ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Καλούνται οι ενοχλημένοι (όπως πληροφορηθήκαμε) από αυτό το άρθρο ‘’τσιφτετέλληνες’’ που αισθάνονται άσχημα για την εξωευρωπαϊκή καταγωγή τους (βλέποντας λευκή και ξανθιά την Ωραία Ελένη) και τα παγκοσμιοποιητικά αφεντικά τους επειδή καταρρίφθηκε η προπαγάνδα τους (που ήθελαν νέγρα ή μελαμψή την Ωραία Ελένη), να προσέξουν ότι εκείνα τα δυο αρχαία κείμενα (που προστέθηκαν στο άρθρο και φωτογραφικά) που περιγράφουν ξεκάθαρα ΞΑΝΘΙΑ την Ωραία Ελένη χωρίς να υπάρχει ΚΑΝΕΝΑ δικό τους αρχαίο κείμενο που να αποδεικνύει ότι δεν ήταν ξανθιά και λευκή, πάρθηκαν αυτά από παραπομπές στο ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ (αντιρατσιστικό) Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας του ΔΙΚΟΥ ΤΟΥΣ (αντιρατσιστικού) Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (και όχι κάποιου ρατσιστικού δικού μας ας πούμε ώστε να κατηγορηθούμε για φυλετικές σκοπιμότητες ή παραχάραξη κειμένων) που κάνουν ότι δεν βλέπουν (για να μην γίνουν ρεζίλι και μάλιστα διεθνώς σαν τον σκηνοθέτη τους που παρουσιάζει νέγρα την Ωραία Ελένη σε ταινία του στις μέρες μας):
Η φράση "ξανθὴ Ἑλένη" (βλ. «Ἑλένη δ᾽ ἐλθοῦσα, Διὸς θυγάτηρ, ξανθὴ Ἑλένη, ἀντίον ἱστάμενη προσέφη…») αποτελεί διαδικτυακό μύθο και δεν απαντάται στο πρωτότυπο κείμενο της Οδύσσειας ή της Ιλιάδας, όπου ο Όμηρος χαρακτηρίζει την Ελένη κυρίως ως "λευκώλενο", "καλλίκομο" ή "τανύπεπλο". Το επίθετο "ξανθός" στην ομηρική ποίηση αποδίδεται συστηματικά στον σύζυγό της, Μενέλαο, και η σύγχυση αυτή οδήγησε στη διάδοση της λανθασμένης πληροφορίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο Όμηρος περιγράφει την Ελένη με τα επίθετα «λευκώλενος» (λευκά μπράτσα) στην Ιλιάδα (Γ 121), «ἠϋκόμοιο» (όμορφα μαλλιά) στην Ιλιάδα (Γ 329) και «τανύπεπλος» (μακρύς πέπλος) στην Οδύσσεια (ο 171). Τα επίθετα αυτά αναδεικνύουν τη χάρη και την αρχοντιά της, ενώ οι αναφορές της προσφέρουν μια εικόνα της. Γνωρίζουμε ότι η Ωραία Ελένη είχε ξανθά μαλλιά όχι από τον Όμηρο, αλλά από μεταγενέστερους αρχαίους Έλληνες ποιητές και τραγωδούς. Ενώ ο Όμηρος απέφευγε τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες για το χρώμα των μαλλιών της, άλλοι δημιουργοί της αρχαιότητας τη χαρακτήρισαν ρητά με τη λέξη «ξανθή».













